Η χαρούμενη κτηνωδία
Διαβάζω στὸ κείμενο ‘Χαρά, Λύπης Ὄλεθρος’, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Περὶ Ζωῆς (Ἀθήνα 2005, σ. 103 κ.ἑ.), ὅτι «ἡ στενοχώρια εἶναι ξένη καὶ ἀδικαιολόγητη μέσα στὴν ἀνθρώπινη ζωή», ὅτι «ὁ πονεμένος ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ἐκτὸς πραγματικότητος», ὅτι «τὸ μοναδικὸ αἴτιο πάσης στενοχωρίας … εἶναι πάντοτε ὁ ἐγωϊσμός … Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσαι στενοχωρημένος, ἂν πιστεύης ὅτι ὁ Θεὸς σοῦ ἔχει ἑτοιμάσει βασιλείαν οὐράνιον;»
Ὑπάρχει ἀμετροέπεια καὶ ἀπροσεξία στὸ κείμενο, ἀπ’ ὅπου ἀντιγράφω ἐλάχιστες μεταξὺ πλήθους φράσεων, οἱ ὁποῖες συκοφαντοῦν τὴν λύπη μὲ πεῖσμα ποὺ θὰ ζήλευαν οἱ ‘φίλοι’ τοῦ Ἰώβ.
Ὑπάρχει στὰ λεγόμενα τοῦ συγγραφέως καὶ ἀλήθεια, ἐφόσον πράγματι μεγάλο μέρος τῆς λύπης ὅλων ὀφείλεται στὸν ἐγωϊσμό. Θὰ ἀρκοῦσε, ὅμως, ἔστω μία περίπτωση διαφορετική, γιὰ νὰ μειωθοῦν οἱ τόνοι τῆς κριτικῆς — κι ἂν δὲν ἀρκεῖ ἡ περίπτωση τοῦ Ἰὼβ καὶ ὅσων πολλῶν πάσχουν ὁμοίως, ἂς εἶναι τουλάχιστον ἐπαρκὴς ἡ περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔνοιωσε λύπη, κάποτε καὶ μέχρι θανάτου.
Ἡ λύπη σημαίνει γεύση τῆς θείας ἀπουσίας — ὄχι ἀπαραιτήτως ἀπιστία. Γι’ αὐτὸ στὴν μικρόνοια τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονταν ἐπειδὴ οἱ Μαθητὲς δὲν νήστευαν, ὁ Χριστὸς ἀπαντάει ὅτι θὰ νηστέψουν ὅταν δὲν θὰ εἶναι μαζί τους ὁ Νυμφίος, δηλαδή, δὲν θὰ μποροῦν νὰ τρῶνε ἀπὸ τὴν λύπη τους, ὄχι ἐπειδὴ θὰ τηροῦν τὰ ἑξῆς ἔθιμα ἢ ‘δαμάζοντας’ τὶς ἑξῆς ὁρμές, κλπ.
Αὐτὸ ἔχει προφανῆ σημασία γιὰ τὴν νηστεία, νὰ σκεφτοῦμε πῶς νηστεύουμε ἐμεῖς σήμερα, μοναχοὶ καὶ μή, ἐπιβάλλεται δὲ νὰ τὸ σκεφθοῦν ἰδίως ὅσοι καταφέρονται ἐναντίον τῆς λύπης, γιατὶ αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει χωρὶς λύπη ὡς δῆθεν νηστεία εἶναι κοινὴ ἀνοησία, ὅπου αἴφνης δὲν πίνουμε γάλα, ὡς ἐὰν ὑπῆρχε κάτι κακὸ στὸ γάλα, εἴτε καὶ ὑποκρισία, ὅταν ἀλλάζουμε τὸ μενοῦ ἀλλὰ χορταίνουμε ἐξ ἴσου καλά, εἴτε καὶ σκανδαλώδης ἀπάτη, κατορθώνοντας ἀντὶ νηστείας λίαν εὐπρόσδεκτη διατροφικὴ ἐναλλαγὴ πρὸς ἐκδίωξη τῆς μονοτονίας καὶ ἐπίταση τῆς ἀπόλαυσης!
Ἰδίως ὁ Ἀρχιμανδρίτης τῆς Σιμωνόπετρας ὡς μέγας πολέμιος τῆς λύπης, θὰ ἔπρεπε νὰ διερωτηθεῖ, γιατί θὰ ἔχει αἴφνης ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος κανόνες καὶ ρυθμίσεις διατροφικῶν πιέσεων; Γιατί θὰ εἶσαι μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὴν χαρά Του, καὶ θὰ ἐπιβάλεις στὸν ἑαυτό σου νὰ μή πιεῖ γάλα; Ὑπάρχει ὅμως αἰτία νηστείας, γιατὶ ὑπάρχει λύπη στὴν ζωή μας, ὅσο καὶ νὰ θέλει ὁ Αἰμιλιανὸς νὰ τὴν ἐξορκίσει.
Εἶδες τὸν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριο τὸν Θεό σου, λέμε — κι ὅταν πάψεις νὰ τὸν βλέπεις, ἐπειδὴ ἂς ποῦμε τὸν χτύπησε ἕνα αὐτοκίνητο ἢ μιὰ ἀρρώστια, τί θὰ κάνεις; Θὰ συνεχίσεις ἀκάθεκτος στὴν εὐθυμία; Ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸν πιὸ μεγάλο παράδεισο, ὅμως ἐσὺ εἶσαι ἐκεῖ μαζί του; Δὲν εἶσαι χώρια; Δὲν ἔχεις παραμείνει ἐδῶ, ἔστω προσωρινά; Δὲν εἶσαι μόνος σου, ἔστω προσωρινά; Δὲν σοῦ λείπει, ἔστω προσωρινά; Ποιά μαλακία λοιπὸν θὰ σὲ κάνει χαρούμενο; Ἡ ψιλὴ ἰδεολογία, ὅτι ἐπειδὴ βρίσκεται στὸν παράδεισο, ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἶμαι χαρούμενος, κλπ, ποὺ ἐπαναλαμβάνει κατὰ κόρον ὁ μοναχὸς συγγραφέας, ἀνύποπτος πόσο ἀπάνθρωπα εἶναι πράγματι τὰ λεγόμενα, πόσο κτηνώδη καὶ παρανοϊκά…
Βρὲ Αἰμιλιανὲ πουλάκι μου, θὰ τοῦ ἔλεγε ἡ μανοῦλα του, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς βόγκηξε ἀπὸ τὴν λύπη πλησιάζοντας στὸν τάφο τοῦ Λάζαρου —ὁ Ἴδιος ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἀναστήσει ἀμέσως τὴν στιγμὴ ἐκείνη—, ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει κἂν τὴν δύναμη τῆς Ἀνάστασης, ἀλλὰ θὰ ζήσει τὸν χωρισμὸ μπορεῖ καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια, πόσο θὰ λυπηθεῖ;
________
Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή):
Ἑνότητα: ΕΚΚΛΗΣΙΑ | 27-01-2012 |
Σχόλια RSS | Ἄφησε ἕνα Σχόλιο





