Αναζητώντας την Σημασία – Ένα σημείωμα για τον Καστοριάδη
“Πάνω σὲ ποιά βάση, διαφορετικὴ ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ πίστη (‘πεποίθηση’!), ἢ μιὰ κοσμο‑ἱστορικὰ ἐπαρχιακὴ προκατάληψη, θὰ κρίνουμε ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ Πασκὰλ ἢ τοῦ Κίρκεγκωρ εἶναι σεβαστός, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ Χομεϊνὶ δὲν εἶναι;” Τὸ ἐρώτημα θέτει ὁ Καστοριάδης (βλ. τὸ ἔργο του, Ὁ θρυμματισμένος κόσμος, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Κ. Σπαντιδάκης, Ἀθήνα 1992, σ. 73). Ἐρώτημα ρητορικό, στηριζόμενο στὴν (εἰκαζόμενη) προφάνεια τῆς ἀπόφανσης ὅτι δὲν ὑπάρχει βάση γιὰ τέτοια κρίση. Εἶναι ὅμως πράγματι προφανὴς καὶ βέβαιη ἡ ἰσχὺς τῆς ἀρνήσεως;
Ὁ Καστοριάδης δὲν εἶναι σοφιστής, οὔτε ‘χαζός’, οὔτε ἐμπαθής, ἀλλὰ διανοητὴς μὲ ἀρχὲς καὶ μὲ αὐστηρή, συνεκτική, τίμια καὶ συνήθως εὐφυὴ σκέψη. Καὶ ὅμως δὲν φαίνεται νὰ θέτει στὸν ἑαυτό του τὸ ἴδιο τὸ δικό του ἐρώτημα, ὁπότε θὰ καταλάβαινε καὶ ὅτι ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου προφανής: “πάνω σὲ ποιά βάση, διαφορετικὴ ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ πίστη (‘πεποίθηση’!), ἢ μιὰ κοσμο‑ἱστορικὰ ἐπαρχιακὴ προκατάληψη, θὰ κρίνουμε πὼς οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ Πασκὰλ ἢ τοῦ Κίρκεγκωρ δὲν εἶναι σεβαστός, οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ Χομεϊνί, εἴτε, ἔστω, πὼς ὀφείλουμε σὲ κάθε θεολογικὴ πίστη τὸν ἴδιο ἀκριβῶς σεβασμό;”
Δὲν εἶναι δύσκολο καὶ ἀκόμη λιγώτερο γιὰ τὸν Καστοριάδη, νὰ καταλάβει κανεὶς πὼς κατ’ ἀρχὴν ὅλες οἱ δυνατότητες γιὰ ἀπάντηση εἶναι ἀνοιχτές, ἑπομένως καὶ ὅτι ἐνδέχεται ὁ Θεὸς νὰ ὑπάρχει, καὶ ἂν ὑπάρχει, δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι αὐτὸς τοῦ Πασκὰλ καὶ τοῦ Κίρκεγκωρ, τοῦ Μάξιμου καὶ τοῦ Συμεών.
Γιὰ νὰ φθάσουμε ὣς ἐδῶ, στὸ ἁπλὸ αὐτὸ σημεῖο, ποὺ ὁ Καστοριάδης παρακάμπτει μὲ ἐντυπωσιακὴ ἄνεση, τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ὅλο θέμα. Δὲν ἔχω ἄλλο τρόπο νὰ κατανοήσω τὴν ‘ἀνικανότητα’ αὐτὴ τοῦ Καστοριάδη. Δὲν πρόκειται γιὰ βλακεία, ἀπερισκεψία ἢ ἐμπάθεια, ἀλλά, ὅπως πιστεύω, γιὰ τὴν διαβρωτικὴ παρουσία μειωμένου ἐνδιαφέροντος. Τὰ ἀτοπήματα δὲν παραξενεύουν, ἂν ἀναλογισθοῦμε τὴν ὅραση τῆς ἀνίας – πόσο θολά, ἀπόμακρα καὶ ἀδιάφορα, διαθέσιμα σὲ ἐκπληκτικὲς παραμορφώσεις, γίνονται μέσα της τὰ πράγματα ποὺ τὴν προκαλοῦν.
Εἰκάζω λοιπόν, ὄχι χωρὶς ἰσχυρὰ ἐρείσματα, ὅτι στὸν Καστοριάδη τὸ ζήτημα τῆς πίστης καὶ τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν κάτι τὸ ἐχθρικὸ ἔστω, ἀλλὰ κάτι ποὺ ἁπλῶς τὸν ἔστελνε σὲ βαθὺ ὕπνο χωρὶς ὄνειρα, στὴν καλύτερη περίπτωση μία, καὶ ὄχι μεγάλη, μεταξὺ τῶν ἀφορμῶν τῆς καχυποψίας του γιὰ συνθῆκες ποὺ μπορεῖ νὰ ἐγκυμονοῦν φασιστικὲς καὶ τυραννικὲς τάσεις. Ἂν ὑπῆρχε ἔστω νοσηρὴ ἐμπλοκή, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Νῖτσε, τότε ὅσο ἄδικες ἂν ἦταν οἱ ἐπιθέσεις, θὰ εἶχαν τουλάχιστον κάποιο ἐνδιαφέρον. Ὅμως ὅλα αὐτὰ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸν Καστοριάδη, μὲ ἀποτέλεσμα κάθε φορὰ ποὺ ἀναφέρεται σὲ θεολογικὰ πράγματα, νὰ γνωρίζει ὁ νουνεχὴς ἀναγνώστης ὅτι τὸ καλύτερο ποὺ ἔχει νὰ κάνει εἶναι ἁπλῶς νὰ ἀλλάξει σελίδα.
________
Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή):
Ἑνότητα: ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΙΣΛΑΜ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ | 11-08-2010 |
Σχόλια RSS | Ἄφησε ἕνα Σχόλιο





