Πολιτικοί της περιφρόνησης
Χωρὶς συνέπειες ἐπὶ τῶν ἑπομένων, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ κυρίαρχη ἀσυναρτησία τοῦ ‘ἄρθρου’, τίθενται ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ ὁρισμένες θεωρητικὲς προϋποθέσεις, καὶ αὐτές, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀπερίσκεπτα – ὅτι ἡ Ἑλλάδα «είναι στάση ζωής και νόημα ζωής σαρκωμένα και τα δύο στη γλώσσα», ὅτι «ελευθερία είναι η κατακτημένη ετερότητα, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου, να αυτοκαθορίζεσαι, όχι να σε διαφεντεύουν άλλοι», ὅτι «η γλώσσα σαρκώνει την ετερότητα, καθιστά τον αυτοκαθορισμό κοινή, κοινωνούμενη πράξη».
Ἀλοίμονο ἂν ὁ πολιτικὸς ἀρχηγὸς ἔπρεπε νὰ ἔχει τὴν γλωσσικὴ εὐαισθησία τοῦ Χάιντεγγερ! Μήπως τὴν εἶχε ὁ Ἀλέξανδρος; Μήπως αὐτὸς μποροῦσε νὰ διακρίνει “ανάμεσα στην «κοινωνία» και στη «societas», στη «δημοκρατία» και στη «respublica», στον «λόγο» και στη «ratio», στην «αλήθεια» και στη «veritas», στο «πρόσωπο» και στην «persona», στον «νόμο» και στη «lex»”; Μήπως μποροῦσε νὰ τὰ διακρίνει αὐτὰ ὁ Ἰουστινιανός, ἢ ἔστω ὁ Μανουὴλ Παλαιολόγος, ἔστω ὁ Καποδίστριας… – γιὰ νὰ μή φθάσω “στη δεκαετία του 1950 ή ’60», ὅταν ὁ Γιανναρᾶς ἀναγνωρίζει νὰ ὑπάρχει γενικὴ γλωσσικὴ εὐαισθησία στὸν ἑλλαδότοπο. Ἐμφανίζεται λοιπὸν ὡς πυροτέχνημα σειρὰ διακρίσεων ἑλληνικῶν καὶ λατινικῶν ὅρων, ἡ ὁποία ἀνήκει σὲ ἄλλη συζήτηση καὶ ὄχι στὴν προκείμενη, πρᾶγμα ποὺ δείχνει (καί αὐτὸ) περίσσεια ἀπερισκεψίας, βία νὰ δικαιολογηθοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ ὑποστηριχθοῦν τὰ ἀστήρικτα, ἐμποδίζοντας ἔτσι νὰ ἀποκτήσει προσανατολισμὸ πραγματικὸ ἡ σκέψη ὅσων θὰ ἤθελαν νὰ μάθουν νὰ σκέφτονται. Μάλιστα ἡ ἐπίκληση τῶν συγκεκριμμένων διακρίσεων, μὲ κάνει νὰ σκέφτομαι μερικοὺς δοκησίσοφους, ποὺ προσπαθοῦν ἐντυπωσιάζοντας τοὺς τελείως ἄσχετους νὰ κερδίσουν μιὰ εὔκολη καὶ μάταιη νίκη – ὄχι νὰ συζητήσουν οὔτε νὰ βοηθήσουν. Δὲν ταιριάζουν τέτοια στὸν Γιανναρᾶ, καὶ εἶναι κρίμα ποὺ ξεπέφτει ὣς τὸ σημεῖο αὐτό.
Ἂς δοῦμε ὅμως τὰ ὑπόλοιπα. Ἡ Ἑλλάδα «είναι στάση ζωής και νόημα ζωής σαρκωμένα και τα δύο στη γλώσσα». Ὅμως ὄχι ἡ Ἑλλάδα εἰδικῶς. Μήπως αὐτὸ δὲν εἶναι καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία, καὶ ἄλλες χῶρες; Ἑπομένως θὰ βοηθοῦσε νὰ γνωρίζαμε ποιὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο νόημα ποὺ σαρκώνεται στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα – καὶ ὄχι μόνο στὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πολιτειακοὺς θεσμούς, καὶ στὰ λαϊκὰ ἔθιμα, καὶ στὴν ζωγραφική, τὴν μουσική, καὶ σὲ κάθε μας πράξη. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἔχει τὴν κύρια σημασία γιὰ τὴν τωρινὴ συζήτηση, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖς νὰ μιλᾶς γιὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς ἐπικαλούμενος τὴν διάκριση Λόγου καὶ Ratio! Ἀκόμη κι ἂν εἶχες κάτι νὰ πεῖς, ἔτσι τὸ πρόδωσες, σὰν νὰ κατηγοροῦσες τὴν μαργαρίτα ὅτι δὲν εἶναι τριαντάφυλλο: μὲ γειά της μὲ χαρά της!
Ἔτσι προχωροῦμε στὴν συνέχεια, διαβάζοντας ὅτι «ελευθερία είναι η κατακτημένη ετερότητα, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου, να αυτοκαθορίζεσαι, όχι να σε διαφεντεύουν άλλοι», καὶ ὅτι «η γλώσσα σαρκώνει την ετερότητα, καθιστά τον αυτοκαθορισμό κοινή, κοινωνούμενη πράξη», προϋποθέτοντας πλέον (ἐμεῖς, ἂν καὶ ὄχι ὁ Γιανναρᾶς), ὅτι ζητῶντας σεβασμὸ στὴν γλῶσσα ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, δὲν σημαίνει ὅτι ἀπαιτοῦμε νὰ γνωρίζουν τὴν διαφορὰ Λόγου καὶ Ratio. Σημαίνει ὅμως ὅτι ζητοῦμε νὰ τιμοῦν τὶς ὑποσχέσεις τους, νὰ μετρᾶνε τὰ λόγια τους, νὰ μή μιλοῦν ὑποκριτικὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τῶν image makers, κτὅ., καὶ σημαίνει ἐπίσης ὅτι ζητοῦμε νὰ νοιώθουν πὼς ὑπάρχουν πράγματα ποὺ τοὺς ὑπερβαίνουν, ὅπως εἶναι ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα ὡς τέτοια, τῆς ὁποίας τὴν γραφὴ δὲν μποροῦν ἑπομένως νὰ ἀλλάζουν ἐν μίᾳ νυκτὶ σὰν νὰ ἦταν κάτι ἀσήμαντο καὶ τσιφλίκι τους, σημαίνει ὅτι τοὺς ζητοῦμε νὰ σέβονται ἀξίες ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ καθημέραν. Ὅτι φοροῦν τὸ πηλήκιο ἀλόγως, καὶ τὰ παρόμοια γλωσσικὰ λάθη, δὲν εἶναι τὸ κύριο ποὺ ἐνδιαφέρει. Αὐτὰ ἁπλῶς δείχνουν πόσο μεγάλη ἔγινε ἡ περιφρόνησή τους γιὰ τὴν σκέψη, μιὰ περιφρόνηση ποὺ ἔχει ἀρχίσει ὅμως ἀπὸ τελείως ἀλλοῦ, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ κλείσιμο τῶν βιβλίων γραμματικῆς καὶ συντακτικοῦ, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος ἐδῶ νὰ ἐπιμένουμε καὶ αὐτὸ νὰ κάνουμε κύριο θέμα, ἐκτὸς ἂν δὲν ἐνδιαφερόμαστε νὰ καταλάβουμε τί συμβαίνει.
Συνέχεια: Η κατάκτηση της ετερότητας
________
Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή):
Ἑνότητα: ΓΛΩΣΣΑ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ | 04-10-2009 |
Σχόλια RSS | Ἄφησε ἕνα Σχόλιο





