Ποιόν ενοχλεί η συζήτηση για την ευθανασία;
Στενόχωρο νὰ συναντάει κανεὶς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ ἀρνοῦνται νὰ σκεφτοῦν, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι λίγοι. Αὐτὸ στενοχωρεῖ, γιατὶ ἂν στὴν Ἐκκλησία βρίσκεται ἡ ὑγιέστερη συγκριτικὰ δύναμή μας, εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς τί γίνεται ἀλλοῦ. Τὸ ζοῦμε ἄλλωστε καθημερινά.
Ὁ ἐπιστολογράφος ποὺ διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὸ σχόλιό μου περὶ εὐθανασίας (βλ. «Ὁ π. Τιμόθεος Κιλίφης καὶ ἡ Εὐθανασία», 11-02-2009), δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ ἀπαντήσει σὲ κανένα ἐπιχείρημα, ἀλλὰ ἀρκεῖται νὰ μὲ ἀποπέμψει ὡς ἀπαίδευτο, ἤτοι (εἰκάζω) ὡς ἀγνοοῦντα τὴν στάση τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸ ζήτημα τῆς εὐθανασίας. Φανερώνει, ἄραγε, τὸ σχόλιό μου τόσο ἀξιοθρήνητη ἀπαιδευσία, ὥστε νὰ μή τοῦ ἀξίζει τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο περιφρόνηση; Ποιά εἶναι ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ αἵρεση στοὺς συλλογισμοὺς ποὺ ἔκανα, ποτέ δὲν θὰ μάθω, τουλάχιστον ὄχι ἀπὸ τὸν συγκεκριμένο ἐπιστολογράφο, γιατὶ ἐκεῖνος μὲ θέλει μόνο νὰ σιωπῶ, αὐτὸ θὰ τοῦ ἦταν ἀρκετό.
Καὶ ὅμως, ἂν εἶχε κάνει τὸν κόπο νὰ καταλαβαίνει ὅσα διαβάζει, ἀντὶ νὰ κραδαίνει ἁπλῶς καὶ ἀδίκως τὸ δρεπάνι τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ἴσως ὑποψιαζόταν ὅτι κάτι τοῦ διαφεύγει. Μὲ ἀφορμὴ τὸν π. Τιμόθεο καὶ προσπαθῶντας νὰ καταλάβω τὰ συναισθήματά του, γνωρίζοντας, ἄλλωστε, πὼς δὲν εἶναι μόνο δικά του, εἶπα ὅτι, ἂν καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἀπορρίπτει τὴν εὐθανασία, κατὰ βάθος ἔχει ἐπίσης τάση νὰ τὴν ἀποδέχεται. Ὅταν λέω «Ἐκκλησία», δὲν ἐννοῶ μόνο τὶς ἑξῆς ἀποφάσεις τῶν ἑξῆς συνόδων, ἀλλὰ τὸ κοινό μας φρόνημα καὶ συναίσθημα.
Παλαιὲς καὶ νέες ἀποφάσεις μας περιχαρακώνουν ἢ θέλουν νὰ περιχαρακώνουν τὴν σκέψη μας — ἀλλὰ ἡ σκέψη δὲν εἶναι πιὸ σκληρὴ ἀπὸ πάγο, ἔχει τάσεις, μεταβολές, ἀναθεωρήσεις, ἐνῶ οὐδέποτε θεωρήσαμε ὡς ζητήματα δογματικά ἄλλα ἀπὸ τὰ αὐστηρῶς Θεολογικά (Τριαδολογικά, Χριστολογικά, κτὅ.), σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Βατικανό, ὅπου ὡς δογματικὰ ἀντιμετωπίζονται καὶ τὰ παραμικρὰ ἠθικὰ προβλήματα. Ὁ πεπαιδευμένος ἐπιστολογράφος μου φαντάζομαι θὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Ἂν αἰσθάνεται δογματικὸ κίνδυνο ἀπὸ τὴν συζήτηση περὶ εὐθανασίας, ὅπως φανερώνει ὁ λόγος του περὶ «αἱρέσεως», ἂς ἡσυχάσει – δὲν πρόκειται γιὰ δογματικὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως.
Ἂν καὶ ἀπαίδευτος, ἀνέφερα τὸν κανόνα ΙΔ’ τοῦ Τιμ. Ἀλεξανδρείας, κανόνα ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο καταδικάζεται ἡ αὐτοχειρία ἀλλὰ ὄχι ὁ αὐτόχειρας — γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται ἀποδεκτὸ νὰ μνημονεύεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, νὰ γίνεται λειτουργία ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν του, κλπ. Ὁ ἐπιστολογράφος ρωτάει, ὅμως, τί σχέση ἔχει ἡ εὐθανασία μὲ τὴν αὐτοχειρία, μολονότι στὸ σχόλιό μου ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση, ὅτι ἡ αὐτοχειρία εἶναι «ὑποπερίπτωση τῆς εὐθανασίας». Χρειάζεται νὰ ἀναλύσω γιατί; Φαίνεται πὼς χρειάζεται, ἀκόμη κι ἂν ἡ συνομιλία εἶναι μὲ πεπαιδευμένο, νὰ ἐξηγεῖ κανεὶς καὶ τὰ πιὸ εὔκολα, δηλαδὴ ὅτι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἔχουμε αὐτόβουλη ἀφαίρεση τῆς ζωῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅτι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις αὐτὸ γίνεται κατὰ προτίμηση τοῦ μή χείρονος, ὅπου χεῖρον εἶναι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ ἴδια ἡ ἐπιβίωση μὲ ὅσα θεωρούμενα ὡς δεινὰ ἡ ἐπιβίωση συνεπάγεται. Πῶς λοιπὸν ἄσχετες οἱ δύο περιπτώσεις; Ἑπομένως γιατί εἶναι καὶ τόσο ἀνεπίτρεπτο νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Οἰκουμενικὸ Κανόνα τοῦ Τιμ. Ἀλεξανδρείας καὶ στὴν περίπτωση τῆς κλινικῶς ἐπιχειρούμενης αὐτοχειρίας, κοινῶς λεγομένης εὐθανασίας;
Δὲν χρειαζόταν πλατωνικὴ εὐφυΐα – ἐλάχιστα νὰ ἦταν ἀνοιχτὸς στὴν σκέψη καὶ τὴν συζήτηση, ὁ ἐπιστολογράφος μου θὰ καταλάβαινε ἀμέσως καὶ χωρὶς ἀμφιβολία, πὼς οὔτε τὴν εὐθανασία οὔτε τὴν αὐτοχειρία δὲν ὑπερασπίζομαι — ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ φθάνει ὣς τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία μας, ὅλους ἐμᾶς. Μιλῶντας γιὰ «ὑποκριτικὴ ἀπόρριψη τῆς εὐθανασίας», δὲν ἐννοῶ νὰ σταματήσουμε τὴν ὑποκρισία ἀποδεχόμενοι τὴν εὐθανασία, ἀλλὰ ἀναγνωρίζοντας ὅτι ἕνα μέρος τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἕνα μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μας, κατὰ βάθος τὴν βρίσκει λογική, ἀντὶ νὰ παριστάνουμε τοὺς τυφλούς, νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε ἀνάλγητοι — ὄχι ὑποχωρῶντας στὴ λογικὴ τῆς εὐθανασίας, ἀλλὰ μή φθάνοντας νὰ ἀρνούμαστε νὰ ἔχει θέση στὶς προσευχὲς καὶ στὶς δεήσεις μας τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δὲν ἄντεξε τὸν (ὁσοδήποτε θεόσταλτο, ψυχωφελῆ, κλπ.) πόνο, φθάνοντας στὸ σημεῖο νὰ δώσει τέλος στὴ ζωή του.
Αὐτὸ πάλι δὲν τὸ εἶπα ὡς δική μου σύσταση, ἂν καὶ θὰ εἶχα κάθε λόγο καὶ δικαίωμα νὰ τὸ κάνω, οὔτε ἐκπροσωπῶντας τάσεις ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι μόνο τοῦ π. Κιλίφη, ἀλλὰ μεγάλου μέρους τῶν συνανθρώπων μας. Τὸ εἶπα δείχνοντας ὅτι ἡ σύσταση αὐτὴ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία μας, ἔχει συμβεῖ στὴν ἱστορία μας καὶ ἔχει ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο — ὥστε καὶ ὁ Ἱεροεξεταστὴς μέσα μας νὰ ἔχει ἕνα παραπάνω καὶ οἰκεῖο του λόγο γιὰ νὰ γίνει πιὸ ἀνθρώπινος. Ὅμως, ἂν ἐνοχλεῖ ἡ ἴδια ἡ συζήτηση γιὰ τὴν εὐθανασία, δὲν εἶναι ἐπειδὴ νοιαζόμαστε γιὰ τὸ καλὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε κἂν σὲ θέση νὰ νοιαζόμαστε, ἀνίκανοι γιὰ τὴν σκέψη καὶ τὴν συζήτηση…
________
Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή):
Ἑνότητα: ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ | 11-09-2009 |
Σχόλια RSS | Ἄφησε ἕνα Σχόλιο





