Ποιοί έγραψαν την Καινή Διαθήκη;
Στὴν Ὀρθοδοξία ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου διαπιστώνεται ἐμπειρικὰ στὸ παρόν, δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ πεποίθηση στηριζόμενη ἐπὶ διηγήσεων τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ ἄλλων βιβλίων. Τὴν ἴδια ζωντανὴ γνώση ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας γιὰ κάθε μέλος της. Τὸ γεγονὸς ὅτι δεχόμαστε συγκεκριμένα πρόσωπα ὡς συγγραφεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης, σημαίνει ὅτι καταλαβαίνουμε οὐσιωδῶς ταιριαστὴ τὴν ἀντιστοιχία κειμένων καὶ προσώπων. Σημασία δὲν ἔχει ἂν ὁ Ἰωάννης ἔγραψε τὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ἂν τὸ κείμενο διατυπώνει τὴν οὐσιώδη προσωπικότητα τοῦ Ἰωάννη.
Θὰ ἦταν παρακινδυνευμένο νὰ ὑποθέταμε ὅτι ἐπὶ αἰῶνες κανένας ποὺ διάβαζε τὰ κείμενα αὐτά, ἀκόμη καὶ μεγάλοι καὶ λόγιοι πατέρες, κανεὶς δὲν εἶδε καμμιά ἀσυμβατότητα ἀνάμεσα στὰ κείμενα καὶ στοὺς συγγραφεῖς. Ἂν ὅμως ἔβλεπαν, γιατί δὲν τὸ ἔλεγαν; Ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο ὅτι θὰ σκανδάλιζαν, ἢ μήπως ἐπειδὴ θεωροῦσαν τὴν παράδοση σωστὴ παρὰ τὶς ἀσυμβατότητες αὐτές;
Ἀκόμη πιὸ παράδοξο μοιάζει ὅτι ἡ συμφωνία δὲν παύει οὔτε κἂν μετὰ τὴν παραδοχή, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ὀρθῶς ἀρνεῖται τὴν παραδοσιακὴ ταυτότητα τῶν κειμένων! Πῶς γίνεται νὰ κρατᾶμε ταυτόχρονα δύο τελείως ἀντίθετες πεποιθήσεις, πῶς γίνεται νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι δὲν σφάλλει οὔτε ἡ ἐπιστήμη οὔτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, πῶς γίνεται νὰ δεχόμαστε ὅτι ὁ Μαθητὴς Ἰωάννης εἶναι καὶ ταυτόχρονα δέν εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής!;
Ἐξηγεῖται μόνο ἐφόσον ἔχουμε καταλάβει πὼς ἡ Ἐκκλησία κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται στὰ ἱερὰ πρόσωπα μέσα σὲ ὑπερ-ιστορικὴ μαζί τους σχέση. Ὅπως δὲν μαθαίνουμε γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἕνα βιβλίο ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο, ἔτσι γιὰ τὸν Ἰωάννη. Τότε οἱ ἐνδείξεις εἴτε ἀποδείξεις οἱ ὁποῖες σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνα ἀποκλείουν τὴν συγγραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ἀναγνωρίζονται ἀσήμαντες, ἐπειδὴ γιὰ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ἡ πνευματικὴ ταυτότητα τοῦ Ἰωάννη πράγματι ὑπάρχει στὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο.
Εἶναι ἄλλη ἡ ἱστορικὴ καὶ ἄλλη ἡ πνευματικὴ μοναδικότητα. Ἡ ἱστορικὴ μοναδικότητα ἀναδεικνύει τὴν διαφορὰ ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ δεχόμαστε πὼς ἔχει τὸ δίκιο της ἡ ἐπιστήμη. Ὅμως ἡ πνευματικὴ μοναδικότητα, ἡ ὁποία κυρίως ἐνδιαφέρει τὴν Ἐκκλησία, ὀφείλεται στὸν Χριστό, μέσα στὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι ἕνας, καὶ καθένας τους εἶναι μοναδικὸς ὄχι ἀπὸ ἱστορικὲς συγκυρίες ἀλλὰ κατὰ τὸν μοναδικὸ βαθμὸ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Χριστό. Ἕνα τέτοιο μοναδικὸ βαθμὸ ἀναγνωρίζει ἡ Ἐκκλησία μας ταυτοχρόνως στὸν τέταρτο Εὐαγγελιστὴ καὶ στὸν μαθητὴ ποὺ ἀγαποῦσε ὁ Χριστός.
________
Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή):
Ἑνότητα: ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ | 29-12-2008 |
Σχόλια RSS | Ἄφησε ἕνα Σχόλιο
« Επιστροφή στον καιρό του Ιησού!
Τα πραγματικά Χριστούγεννα – 2: Σκεπτόμενοι την Βυζαντινή Εικόνα της Γέννησης »





